Monday, November 27, 2006


εύρημα...μοντάζ
λέω ν' ασχοληθώ επαγγελματικα με την 7η τέχνη, 7 και το νουμερό μου, άρα θ' αρχίσω με κάτι ανάλογο όπως να γίνω ένας 007

αυτό είναι εύρημα...βιντεοκάμερα τη κέρδισα σε διαγωνισμό..
Θυμάμαι ότι σχεδόν πρωτοπήγα για μεσημεριανό καφέ (κάτι πολύ συνηθισμένο για τους περισσότερους) όταν πέρασα φοιτητής.
Αν αναλογιστώ λοιπόν ότι τα περισσότερα από αυτά τα μεσημέρια μετά το σχολείο ή τα πρωινά της κοπάνας τα κέρναγα στο ανοιχτό γήπεδο «Φωκιανός» για μπάσκετ, πάει να πει ότι την διαδρομή σπίτι μου – Φωκιανός την έχω κάνει αμέτρητες φορές στη ζωή μου.
Μια διαδρομή δέκα με δεκαπέντε λεπτά με τα πόδια, ή άντε επτά με δέκα τζόγκινγκ.

Θα ήταν λάθος να μην καταγράψω στην διαδρομή μου και την επίσκεψη στο μπαλκόνι μου, καθώς ανάλογα με τον καιρό εξαρτάται αν θα εξορμήσω προς τα κάτω (μένω στο 2ο).

Το στενό που μένω είναι η Κορυζή, χώρος συνάντησης και εκκίνησης της διαδρομής. Μου δίνει ένα γρήγορο πρώτο βήμα και μόνο το γεγονός να κάθομαι σε αυτό το στενό, καθώς πολύ εύκολα μπορώ να εντοπιστώ από κάποιο ανεπιθύμητο γείτονα-κολλιτσίδα (άσχετο με το σπορ).

Στρίβοντας το στενό και πριν βγω στον κεντρικό (Καλλιρρόης), από την πολύ φόρα που έχω, πάντα ξεσηκώνω τα σκυλιά που υπάρχουν στα μαγαζιά ανταλλακτικών και το καφενείο.

Η ώρα που γίνεται η διαδρομή δημιουργεί μια αντίθεση με αυτό που βλέπω σε μια αντίστοιχη νυχτερινή βόλτα της διαδρομής.
Καθώς μεσημεριάτικα ποιο από τα 3 κλαμπ και τα 2 στριπτιτζάδικα θα ήταν ανοιχτό για το κοινό που τα βράδια ρέει άφθονο στην ήσυχη γειτονιά μου!

Στον κόμβο Καλλιρρόης-Βουλιαγμένης κάθε φορά που θα περάσω, συνεπής στο ραντεβού του με την άθληση είναι και ένας άλλος αθλητής. Μπορεί να είχαμε και άλλα πολλά κοινά, αν αυτός δεν είχε καρφωμένα πόδια στο έδαφος και μια στρώση χαλκού να τον περιβάλει.

Στο πάρκο-δασάκι που περιβάλει τις στήλες του Ολυμπίου Διός και κοντά σε μία εκκλησία χωμένη στο ξέφωτο του, δεν υπάρχει περίπτωση να μην σταθώ για μια στιγμή να κοιτάξω. Μια προσωπική μου υπόσχεση με προτρέπει πάντα σε αυτή τη μικρή καθυστέρηση από την πορεία μου και είναι η μοναδική στιγμή που ξεχνώ το που κατευθύνομαι.

Περιττό να αναφέρω ότι το μεσημέρι είναι μια περίεργη ώρα για άθληση, ειδικά το κατακαλόκαιρο. Έτσι όμως συνήθισα. Ανάλογα με την θερμοκρασία λοιπόν, ποιος δε θα ονειρευόταν μια βουτιά στην πισίνα του κολυμβητηρίου του Εθνικού, από όπου περνάω λίγο πριν φτάσω. Άλλα ποιος επιχειρεί να μπει κρυφά μέσα και να πέσει με τα ρούχα, ειδικά με τους γορίλες που κατοικούν μέσα σε αυτή!

Στο δρόμο για το γήπεδο, το πεζοδρόμιο κόβετε από ένα μεγάλο …βράχο! Στο πλάι του πεζοδρομίου υπάρχουν κάγκελα. Στον δρόμο, τυφλή στροφή. Άρα για να περάσω ή πηδάω πάνω από τον μεγάλο βράχο (λίγο δύσκολο) ή πηδάω τα κάγκελα και βγαίνω στο δρόμο, χωρίς να βλέπω τι έρχεται να περάσει από πάνω μου. Συμπεριλαμβανομένου και του τραμ, όπου εκεί ακριβώς βρίσκονται και οι γραμμές του.

Ακριβώς απέναντι από το γήπεδο του Φωκιανού υπάρχει και ένας άλλος, λίγο πιο γνωστός αθλητικός χώρος. Δεν πρόκειται παρά για το Παναθηναϊκό στάδιο δηλαδή το Καλλιμάρμαρο. Το οποίο θα έλεγα από μικρός ότι φτιάχτηκε για να το κοιτάω πάντα με μια λοξή ματιά στα δεξιά καθώς μπαίνω στο δικό μου «στάδιο» το Φωκιανό.

Άφησα για το τέλος την εικόνα που μόνο τελευταία δεν συναντάω κατά την 10-15λεπτη διαδρομή μου. Αυτή είναι η μόνη που αλλάζει και δεν είναι παρά μόνο μέσα στο κεφάλι μου! Η προσμονή για το αν θα βρω εκεί ελεύθερη μπασκέτα για να παίξω ή ποιόν θα αντιμετωπίσω, δημιουργεί για τα 15 αυτά λεπτά στο μυαλό μου, ένα Φωκιανό που αλλάζει με απίστευτους ρυθμούς το χώρο του και αυτούς που βρίσκονται μέσα σε αυτόν, ώστε στο τέλος μόλις θα φτάσω ότι και να συναντώ να είναι σχεδόν αναμενόμενο.
Όσο η μνήμη αρχίζει να ξεθωριάζει, γίνεται όλο και πιο πολύ, απλή φωτογραφική. Στο τέλος από μία ολόκληρη ζωντανή ταινία που θυμόμουν, έχει μείνει μόνο φωτογραφία στο μυαλό μου. Όσο και να προσπαθήσω να ζωντανέψω τους ήχους που την περιβάλουν, για να πάρει ζωή και η εικόνα, δεν μπορώ να βρω κάτι πέρα από απλά στοιχεία.
Όσο και να θέλω να βρεθώ ξανά εκεί, ξέρω ότι δεν γίνεται με φωτογραφία μόνο. Μπορώ να περιγράψω αλλά θα είναι λάθος να πω ότι το βλέπω και εγώ πια. Δυστυχώς η ανάμνηση μερικές φορές δεν είναι αρκετή για να έχεις «παρουσία» κάπου.
Ήταν περίπου πάνω στη θάλασσα. Ένας πέτρινο δρόμος σχεδόν στη στάθμη της, σε καλωσόριζε. Τα τείχη της ήταν από μεγάλους ογκόλιθους τόσο μπερδεμένα δεμένοι μεταξύ τους στον τρισδιάστατο χώρο, που νόμιζες ότι μπορούσες να μπεις και να βγεις από παντού.
Θυμάμαι ότι ανέβηκα και κατέβηκα τόσες πολλές σκάλες που δεν είχε πια νόημα για μένα σε πιο ύψος ήμουνα πια.
Ότι πέρασα από τόσους στεγασμένους, θαμμένους, ανοιχτούς χώρους που δεν ήξερα αν ήμουν μέσα σε κάποιο κτίσμα, σε αυλή, η μέσα στη γη.
Ο κόσμος που ήταν εκεί μαζί μου, βαδίζοντας και μπαινοβγαίνοντας από τους χώρους μια απομονωνόταν και μια συνωστιζόταν σε τεράστιες ομάδες. Σαν να πήγαινα όπου και όλοι για να φτάσω στην άκρη, ενώ ήξερα ότι δεν θα θυμόμουν να γυρίσω πίσω, αλλά ούτε κ θα ήθελα.
Δεν ξέρω σε πόσα μέρη από όσα έχω βρεθεί, έχω συναντήσει ένα ξέφωτο που να μου έδειχνε πόσο δρόμο έχω ακόμα να διασχίσω και παγώνοντας με, λες και όλη η κατασκευή που είχε προηγηθεί, είχε φτιαχτεί για να με μπερδέψει και να μου κρύψει αυτό που θα έβλεπα στη συνέχεια.
Πριν βρεθώ εκεί λοιπόν, είχα ακούσει για χαμένες πόλεις μέσα σε θάλασσες, κάστρα και δάση με μαγνητισμό τέτοιο και χρώματα που θα τα ανακλούσε το φως τόσο έντονα που εγώ με την αχρωματοψία μου δεν θα μπορούσα να καταλάβω. Δεν ξέρω πόσες από αυτές ήταν πραγματικά τόσο όμορφες, όσο λέγανε αυτοί που τις περιγράφανε σε ιστορίες και βιβλία, πάντως καμία φωτογραφία που είχα δει και καμία φαντασία που είχα ζωντανέψει με το μυαλό μου, δεν ήταν τόσο αληθινή, δεν ήταν τόσο δυνατή όσο αυτή που είδα εγώ με τα μάτια μου εκείνη τη στιγμή. Στιγμή που ακόμα προσπαθώ να θυμάμαι, για να μην τη σβήσω ποτέ από το μυαλό μου.